Βούτυρο

Το βούτυρο είναι κίτρινη έως λευκή λιπαρή ουσία που παρασκευάζεται από γάλα ή γάλα κορυφής (δηλαδή το περισσότερο λιπαρό μέρος του γάλακτος μετά τη διαδικασία διαχωρισμού που λέγεται αποκορύφωση) ή μείγμα τους με βουτυροποίηση (απόδαρση). Με τη βουτυροποίηση επιτυγχάνεται η συνένωση των λιποσφαιρίων σε ένα στερεό γαλάκτωμα (στο γάλα τα λιποσφαίρια είναι σε μεγαλύτερες αποστάσεις και μη συνδεδεμένα). Το γαλάκτωμα αυτό εμπεριέχει εκτός από λιποσφαίρια και νερό, τυρόπηγμα, γαλακτοζάχαρο, και ανόργανα άλατα. Το χρώμα τού βουτύρου οφείλεται στο καροτένιο και άλλες λιποδιαλυτές χρωστικές που περιλαμβάνονται στο λίπος. Το γάλα που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη, μπορεί να είναι αγελαδινό, πρόβειο, κατσικίσιο, αιγοπρόβειο ή σπανιότερα βουβαλίσιο ή και από γάλα καμήλας . Το βούτυρο χρησιμοποιείται ως φαγητό και ως μαγειρικό λίπος.

Η προέλευση του βουτύρου δεν είναι βέβαιη  πιθανολογείται όμως ότι οι Χαλδαίοι και οι Βαβυλώνιοι ήταν οι πρώτοι που παρασκεύασαν βούτυρο πριν από 5.000 χρόνια. Οι Μογγόλοι, οι Θιβετιανοί και οι Γερμανοί των αρχαίων χρόνων γνώριζαν επίσης να παρασκευάζουν βούτυρο. Οι μεγάλοι πολιτισμοί της αρχαιότητας, όπως ο Αρχαίος Ελληνικός, κυρίως γιατί είχαν εξαιρετικές εναλλακτικές λύσεις για τον εμπλουτισμό της διατροφής τους με λίπη, όπως το ελαιόλαδο, αγνοούσαν το βούτυρο. Αργότερα το βούτυρο διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο και παραμένει μέχρι και σήμερα ένα σημαντικότατο υλικό στη διατροφή μας.

Το λίπος βρίσκεται μέσα στο γάλα με τη μορφή σφαιριδίων διαφόρων διαστάσεων που αιωρούνται στην υδαρή φάση. Για να σχηματιστεί το βούτυρο τα σφαιρίδια του λίπους πρέπει να πλησιάσουν και να κολλήσουν το ένα με το άλλο. Η συγκέντρωση των σφαιριδίων του λίπους στην αρχή γίνεται με την αποκορύφωση η δε αποκορύφωση μπορεί να γίνει μόνη της ή να προκληθεί με μηχανικά μέσα.

Η φυσική αποκορύφωση γίνεται με την πάροδο του χρόνου σε ένα γάλα που βρίσκεται σε ένα δοχείο, λόγω της μικρότερης πυκνότητας του λίπους από την πυκνότητα του γάλακτος. Το λίπος ανεβαίνει στην επιφάνεια και συλλέγεται.

Η μηχανική αποκορύφωση γίνεται με φυγοκεντρική μέθοδο που βασίζεται στην αρχή ότι εαν περιστρέψουμε με ταχύτητα γύρω από ένα άξονα ένα υγρό που συνίσταται από σωματίδια αδιάλυτα, τα βαρύτερα σωματίδια εκτοξεύονται προς την περιφέρεια ενώ τα ελαφρά σωματίδια παραμένουν γύρω από τον άξονα. Η κορυφή(το περισσότερο λιπαρό μέρος του γάλακτος) πηγαίνει προς τα μέσα και το αποκορυφωμένο γάλα(λιγότερο λιπαρό) πηγαίνει προς τα έξω.

Η κορυφή συλλέγεται χωριστά και υπόκειται σε γαλακτική ζύμωση με αποτέλεσμα την ωρίμανση της(υπάρχουν και μέθοδοι παραγωγής βουτύρου όπου δεν επιτελείται η διαδικασία της ωρίμανσης όπως μέθοδος Fritz και μέθοδος Alfa). Κατά τη διάρκεια της ωρίμανσης και υπό την επίδραση των μικροοργανισμών(Betacoccus citrovolus και Betacoccus paracitrovolus) παράγεται διακετύλιο, το αρωματικό συστατικό που είναι υπευθύνο για το άρωμα και τη γεύση του βουτύρου.
Η βουτυροποίηση (απόδαρση) είναι η τελευταία επεξεργασία για την παρασκευή του βουτύρου και συνίσταται στην υποβολή της κορυφής σε βίαια χτυπήματα με σκοπό τη μερική θραύση των λιποσφαιρίων. Η θερμοκρασία στην οποία θα γίνει αυτή η διαδικασία παίζει ρόλο στη σκληρότητα του προϊόντος. Τέλος το βούτυρο πριν συσκευασθεί υπόκειται σε πλύσεις με κρύο νερό για να αποχωριστεί πλήρως το βουτυρόγαλα(οξυνισμένο αποβουτυρωμένο γάλα) από το τελικό προϊόν. Το βούτυρο παράγεται από μη ομογενοποιημένο και πλήρες λιπαρών γάλα.

Στην Ελληνική και παγκόσμια αγορά κυκλοφορούν πολλά είδη βουτύρου. Η ταξινόμηση τους μπορεί να γίνει με τους κάτωθι τρόπους :
Ανάλογα με το χρώμα του:
Λευκό.
Κίτρινο.
Ανάλογα με τον τρόπο συντήρησης του :
Το φρέσκο βούτυρο ή βούτυρο του παραγωγού με άριστη γεύση και ποιότητα το οποίο παράγεται σε μικρές κτηνοτροφικές μονάδες και πρέπει να καταναλωθεί άμεσα.
Τα βούτυρα γάλακτος που παρασκευάζονται σε βιομηχανίες από κορυφές οι οποίες προέρχονται από την αποκορύφωση γάλακτος που συλλέγεται από βιομηχανίες. Η ποιότητα των βουτύρων αυτών εξαρτάται από τη βακτηριολογική ποιότητα της πρώτης ύλης , του γάλακτος.
Τα παστεριωμένα βούτυρα που είναι και τα περισσότερα. Η παστερίωση γίνεται μεταξύ 80 και 95 βαθμών Κελσίου. Το παστεριωμένο βούτυρο μπορεί να διατηρηθεί για πολλούς μήνες. Στην πράξη είναι τα μόνα βούτυρα που που διακινούνται στο παγκόσμιο εμπόριο.
Ανάλογα με την προέλευση του γάλακτος:
Αγελαδινό με τεράστια ποικιλία με γνωστότερο στην Ελλάδα τον τύπο “ΚΕΡΚΥΡΑΣ”.
Πρόβειο. Κυρίως λιωμένο για χρήση στη ζαχαροπλαστική.
Κατσικίσιο και Βουβαλίσιο
Ανάλογα με τις προσθήκες επιπλέον υλικών:
Ανάλατο.
Αλατισμένο και ημιανάλατο.
Αρωματισμένο με βότανα ή μπαχαρικά.
Ανάλογα με τη σκληρότητα:
Σκληρό κυρίως για μαγειρική χρήση.
Μαλακό για επάλειψη.
Λιωμένο για χρήση στη Ζαχαροπλαστική.
Με διαφοροποιήσεις στη διατροφική του αξία:
Light με 6 φορές λιγότερη χοληστερόλη από το κανονικό βούτυρο.
Με προσμίξεις φυτικών λιπών για μείωση των κορεσμένων λιπαρών.
Ανάλογα με τη συσκευασία:
Ατομική συσκευασία τών 5 ή 10 γραμμαρίων.
Συσκευασία με χαρτί που επενδύεται εξωτερικά με αλουμινόχαρτο και σκληρό χάρτινο περιτύλιγμα.
Πλαστική συσκευασία κυρίως στα βούτυρα επάλειψης.
Γυάλινη συσκευασία κυρίως στα λιωμένα βούτυρα.
Χύμα , κυρίως για το φρέσκο βούτυρο.

Το ανάλατο βούτυρο περιέχει ανά 100 γραμμάρια :
Ενέργεια: 717 θερμίδες ή 2.999 kJ
Υδατάνθρακες 0 γρ.
Λιπαρά 81 γρ. εκ των οποίων :
Κορεσμένα 51 γρ.
Μονοακόρεστα 21 γρ.
Πολυακόρεστα 3 γρ.
Πρωτεΐνες 1 γρ.
Βιταμίνη A 684 μg (76% της συνιστώμενης ημερήσιας πρόσληψης)
Βιταμίνη D 60 IU (15% της συνιστώμενης ημερήσιας πρόσληψης)
Βιταμίνη Ε 2,32mg (15% της συνιστώμενης ημερήσιας πρόσληψης)
Χοληστερόλη 215 mg.

Τα ποσοστά συνιστώμενης ημερησίας πρόσληψης είναι σύμφωνα με τις οδηγίες του Αμερικανικού Οργανισμού Τροφίμων.
Πηγή : USDA βάση δεδομένων θρεπτικών ουσιών.
Κίνδυνοι υψηλής κατανάλωσης

Η ιδανική θερμοκρασία συντήρησης του βουτύρου είναι 15 βαθμοί Κελσίου, παραπάνω δηλαδή από αυτή που έχει ένα ψυγείο στη θερμοκρασία συντήρησης(4 βαθμοί Κελσίου περίπου) , γι’αυτό το λόγο, συνήθως υπάρχει ειδική θέση στα σύγχρονα ψυγεία(συνήθως σε ψηλό ράφι) για την τοποθέτηση του. Χρησιμοποιείται αυτούσιο συνήθως στο πρωινό γεύμα και κατόπιν μίξης του με άλλα υλικά στη Μαγειρική και τη Ζαχαροπλαστική με συνηθέστερη χρήση :
Για άλλειμα σε φέτες ψωμιού ως συμπλήρωμα πρωινού ή πρόγευμα ή άλλειμα σε τοστ και σάντουιτς.
Για τηγάνισμα κυρίως αβγών και τσιγάρισμα λαχανικών.
Για ζεμάτισμα ζυμαρικών όλων των ειδών όπου θεωρείται η καλύτερη επιλογή από άποψη γεύσης.
Σε σάλτσες όλων των ειδών και τύπων όπως μπεσαμέλ και άλλες.
Σε παραδοσιακά ελληνικά γλυκά όπως κουραμπιές, χαλβάς με σιμιγδάλι, τσουρέκι, πασχαλινά κουλούρια.
Στα γλυκά της ανατολίτικης κουζίνας όπως γαλακτομπούρεκο, κανταΐφι, μπουγάτσα, μπακλαβά.
Στην παρασκευή κέικ, μπισκότων, ταρτών, μους, τούρτα κέικ, γλάσου, κρέμας ζαχαροπλαστικής.
Σε γλυκά διεθνούς κουζίνας όπως μιλφέιγ, προφιτερόλ, κρουασάν.

Αλεύρι

Το αλεύρι είναι μια λεπτή σκόνη που γίνεται από τα δημητριακά ή άλλα αμυλούχα φυτά. Χρησιμοποιείται ως συστατικό σε πολλά τρόφιμα. Το αλεύρι είναι το κύριο συστατικό του ψωμιού, το οποίο είναι βασικό τρόφιμο σε πολλές χώρες, και επομένως η διαθεσιμότητα και επάρκεια του αλευριού είναι συχνά ένα σημαντικό οικονομικό και πολιτικό ζήτημα. Συνηθέστερα παράγεται από το σιτάρι, αλλά και το καλαμπόκι, τη σίκαλη, το κριθάρι, και το ρύζι. Το αλεύρι μπορεί επίσης να παραχθεί από τα όσπρια, όπως και τη σόγια, τα φυστίκια, τα αμύγδαλα, και καρπούς δέντρων.

Σπουδαιότητα έχουν κυρίως τα καλούμενα άλευρα της αρτοποιίας, δηλαδή τα άλευρα σταριού και σίκαλης, γιατί μόνο αυτά δίνουν ψωμί πορώδες και εύγευστο. Στην αρχαιότητα άλευρα ονόμαζαν μόνο το προϊόν του αλέσματος του σταριού ενώ, αντίθετα, ονόμαζαν όλφιτα το χοντροαλεσμένο κριθάρι.

Το αλεύρι ανήκει στις πρώτες ύλες, οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη διατροφή, καθώς το ψωμί συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο σημαντικά παράγωγά του. Από τεχνολογική άποψη ο μετασχηματισμός του σιταριού σε ψωμί περιλαμβάνει τα παρακάτω στάδια: άλεση σιταριού και παραγωγή αλεύρου, ανακάτεμα και ζύμωμα αλεύρου, νερού, αλατιού και μαγιάς, ωρίμανση ζυμαριού και ανάπτυξη ιδιοτήτων μαγιάς, και τελικά τη διαδικασία αρτοποίησης. Το ενδιαφέρον στην όλη διαδικασία είναι, ότι το αλεύρι και το ψωμί δεν διαφέρουν σημαντικά ως προς τη χημική τους σύσταση, με εξαίρεση το περιεχόμενό τους σε νερό. Η κύρια διαφορά τους έγκειται στη δομή τους.

Δεν είναι γνωστό πότε και πώς παρήγαγε για πρώτη φορά ο άνθρωπος το αλεύρι. Πάντως τούτο πρέπει να συνέβει σε αρχαιότατη εποχή, καθώς ο Όμηρος επανειλημμένα αναφέρει τους μύλους και το άλεσμα σαν κοινότατα πράγματα, πολύ γνωστά σ’ όλους τους λαούς της εποχής του. Ο τρόπος της κατασκευής των αλεύρων κατά την αρχαιότητα δεν διέφερε, κατά βάση, από τις νεότερες μεθόδους, δεδομένου ότι οι περιγραφόμενοι από τους αρχαίους μύλοι αποτελούνταν από δύο θεμελιώδεις μυλόπετρες, που χρησιμοποιούνται και σήμερα. Ουσιαστική διαφορά υπάρχει μόνο όσον αφορά την κινητήρια δύναμη, που παλιότερα ήταν το νερό ή ο ατμός και σήμερα ο ηλεκτρισμός ή μηχανές εσωτερικής καύσης, και την εμφάνιση των κυλινδρόμυλων που δεν έχουν εκτοπίσει τελείως, κυρίως στις υπανάπτυκτες χώρες, τους πετρόμυλους.

Σε έρευνα του ιταλικού Ινστιτούτου Προϊστορίας που δημοσιεύθηκε το 2010 στην επιθεώρηση Proceedings of the National Academy of Sciences, ανακοινώθηκε πως ανακάλυφθηκαν λίθινα όργανα για το άλεσμα φυτών στην κοιλάδα του Μπιλανσίνο στην Ιταλία, στην κοιλάδα Ποκρόφσκι της Ρωσίας και στους λόφους Πάβλοφ της νότιας Μοραβίας στην Τσεχία. Η ηλικία αυτών των ευρημάτων φτάνει τουλάχιστον τα 30.000 χρόνια.

 

Η χημική σύσταση των αλεύρων αρτοποιίας είναι:
νερό 11- 15%
ανόργανα άλατα 0,5- 2%
λίπος 0,5- 0,6%
λευκώματα (αλμπουμίνη, γλοβουλίνη, γλουτένη) 7- 14%
υδατάνθρακες (άμυλο) 65- 70%.

Η σοκολάτα και οι ιδιότητές της

Όταν ακούει κάποιος το επιστημονικό του όνομα δεν μπορεί να φανταστεί τη γευστική ευχαρίστηση που μπορεί να προσφέρει. Το «Theobroma cacao», ή κοινώς κακαόδεντρο, του οποίου το σημαντικότερο παράγωγο, η σοκολάτα, μας «απογειώνει», αποτελεί στις μέρες μας το δημοφιλέστερο τρόφιμο στις γυναίκες και το δεύτερο πιο δημοφιλές στους άνδρες.

Ήταν το 600 μ.Χ. όταν οι Μάγια μετακόμισαν από τη Γουατεμάλα στο Μεξικό φέρνοντας μαζί τους και τα μυστικά της καλλιέργειας του κακάο. Η καλλιέργεια εξαπλώθηκε σε όλη την Κεντρική Αμερική και το φυτό του κακάο απέκτησε τέτοια αξία ώστε όλες οι οικονομικές συναλαγές γίνονταν με τους σπόρους του φυτού. Αργότερα οι Ισπανοί, αν και δεν συνειδητοποίησαν από την αρχή τα οφέλη του κακάο, το μεταφέρουν στη χώρα τους και το κακάο συνεχίζει το γευστικό ταξίδι του και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Είδη σοκολάτας
Ανάλογα με την περιεκτικότητα κάθε πλάκας σοκολάτας σε κακάο, βούτυρο κακάο, ζάχαρη, γάλα, πρόσθετους ξηρούς καρπούς και άλλα υλικά (σταφίδες, λικέρ, διογκωμένο ρύζι), προκύπτουν και διαφορετικά είδη.

Μερικά από τα πιο γνωστά, στην Ελλάδα, είναι:
• Κουβερτούρα (bitter-πικρή με διάφορες περιεκτικότητες κακάο από 45-85%)
• Σοκολάτα υγείας (με μέτρια περιεκτικότητα σε κακάο συνήθως 40-45%)
• Σοκολάτα γάλακτος
• Αμυγδάλου ή φουντουκιού
• Λευκή

Διατροφική αξία
Η σοκολάτα θεωρείται ένα από τα πιο θρεπτικά φυσικά προϊόντα. Δίνει ενέργεια, είναι τονωτική και αποτελεί πλούσια πηγή ζωτικότητας για τον ανθρώπινο οργανισμό. Περιέχει όλα τα μακροθρεπτικά συστατικά, δηλαδή υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και λίπη, μέταλλα και ιχνοστοιχεία, όπως ασβέστιο, φώσφορο, μαγνήσιο, σίδηρο αλλά και ένα πλήθος από βιταμίνες όλων των κατηγοριών.

Συστατικά της σοκολάτας

Ανά 100 g Σοκολάτα υγείας Σοκολάτα γάλακτος
Θερμίδες (kcal) 479,00 513,00
Πρωτεΐνη (γρ.) 4,20 6,90
Λιπαρά (γρ.) 30,00 30,70
Υδατάνθρακες (γρ.) 63,10 59,20
Διαιτητικές ίνες (γρ.) 5,90 3,40
Ασβέστιο (mg) 32,00 191,00
Σίδηρος (mg) 3,13 1,39
Μαγνήσιο (mg) 115,00 60,00
Φώσφορος (mg) 132,00 216,00
Κάλιο (mg) 365,00 385,00
Νάτριο (mg) 11,00 82,00
Ψευδάργυρος (mg) 1,62 1,38
Χαλκός (mg) 0,70 0,39
Καροτίνη (Βιταμίνη Α) mg_RE 2,00 55,00
Βιταμίνη Ε (mg) mg_ATE 1,19 1,24
Χοληστερίνη (mg) 0,00 22,00
Καφεΐνη (mg) 62,00 26,00
Θεοβρωμίνη (mg) 486,00 189,00

Η σοκολάτα, εξαιτίας όλων των θρεπτικών συστατικών που περιέχει, ασκεί προληπτική δράση ενάντια στον καρκίνο, στα καρδιαγγειακά νοσήματα και σε εκφυλιστικές παθήσεις. Τα κυριότερα λιπαρά οξέα της σοκολάτας είναι το ελαϊκό οξύ (35%- μονοακόρεστο), το λινελαϊκό (5%- πολυακόρεστο), το στεατικό (35%- κορεσμένο) και το παλμιτικό (25%- κορεσμένο). Η αναλογία αυτή των λιπαρών οξέων της σοκολάτας δεν επηρεάζει αρνητικά τα λιπίδια του αίματος, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι η σοκολάτα υγείας δεν περιέχει χοληστερόλη. Το ασβέστιο, ο φώσφορος και το μαγνήσιο που περιέχονται στη σοκολάτα έχουν βρεθεί ότι προλαμβάνουν την υπέρταση και τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ενώ συμμετέχουν στον μεταβολισμό των οστών και δοντιών (πρόληψη οστεοπόρωσης).

Ακόμα ο χαλκός και ο σίδηρος αποτελούν δύο πολύ σημαντικά συστατικά στη σύνθεση της σοκολάτας προσφέροντας τις ευεργετικές τους ιδιότητες στον οργανισμό μας. Συγκεκριμένα ο χαλκός βοηθά στη σύνθεση μελανίνης στο δέρμα και τα μαλλιά και διεγείρει το κεντρικό νευρικό σύστημα, ενώ ο σίδηρος είναι απαραίτητος για τη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης, η οποία μεταφέρει το οξυγόνο στα ερυθρά κύτταρα του αίματος. Η σοκολάτα περιέχει, επίσης, και αντιοξειδωτικές ουσίες, οι κυριότερες των οποίων είναι οι πολυφαινόλες, τις οποίες ο Αμερικάνικος Σύλλογος Διαιτολόγων τις ονομάζει θρεπτοφαρμακευτικές λόγω της συμβολής τους στη διατήρηση της καλής υγείας.
Οι πολυφαινόλες, στις οποίες ανήκουν τα φλαβονοειδή, εξουδετερώνουν τις ελεύθερες ρίζες του οξυγόνου που δημιουργούνται από τον φυσιολογικό μεταβολισμό και δημιουργούν βλάβες στην επιφάνεια των κυττάρων. Με αυτό τον τρόπο συμβάλλουν στη μείωση του κινδύνου ανάπτυξης αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακών παθήσεων. Πιο πλούσια σε πολυφαινόλες είναι η σοκολάτα υγείας (τα 100γρ. περιέχουν 600mgr πολυφαινολών) και ακολουθούν το πράσινο τσάι (τα 240ml -ένα ποτήρι- περιέχει 400mgr πολυφαινολών) και το κρασί (τα 140ml -ένα ποτηράκι κρασιού- περιέχει 170mgr πολυφαινολών). Οι ψυχοδιεγερτικές ιδιότητες που αποδίδονται στη σοκολάτα οφείλονται στην περιεκτικότητά της σε φαινυλαιθυλαμίνη. Η ουσία αυτή σε υψηλά επίπεδα προκαλεί αισθήματα έλξης, ενθουσιασμού, επιπολαιότητας αλλά και φόβου. Λειτουργεί διεγείροντας τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου και φθάνει σε πολύ υψηλές τιμές κατά τον οργασμό. Επίσης, μετά την κατανάλωση της σοκολάτας απελευθερώνονται ενδορφίνες, φυσικά οπιοειδή, που έχουν αναλγητικές ιδιότητες και βελτιώνουν τη διάθεση.

Αποτελέσματα πρόσφατων ερευνών για τη σοκολάτα
• Η μαύρη σοκολάτα πιθανόν να χαμηλώνει την υψηλή πίεση σε υπερτασικούς ασθενείς (πανεπιστήμιο Βοστόνης).
• Η σοκολάτα μπορεί να δρα κατά του πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων (πανεπιστήμιο Georgetown).
• Η θεοβρωμίνη της σοκολάτας παρουσιάζεται να έχει ισχυρή αντιβηχική δράση (Imperial College του Λονδίνου).
• Η σοκολάτα δεν προκαλεί εθισμό.
• Η σοκολάτα συμβάλλει στη μακροβιότητα.
Φυσικά, απαιτείται περαιτέρω έρευνα έως τα στοιχεία αυτά να είναι πλήρως τεκμηριωμένα και εννοείται πως η σοκολάτα δεν θα πρέπει να αντικαταστήσει οποιουδήποτε είδους θεραπευτική αγωγή.

Αρνητικές επιπτώσεις
Παρά τα πολύτιμα θρεπτικά συστατικά της και τις έρευνες που υποδεικνύουν μια θετική επίδρασή της στον οργανισμό μας, η σοκολάτα έχει ενοχοποιηθεί για πολλά και σοβαρά προβλήματα υγείας. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η σοκολάτα θεωρούνταν σαν μια από τις κύριες αιτίες για πρόκληση βλαβών στα δόντια και την εκδήλωση ακμής στο πρόσωπο. Οι έρευνες, όμως, δεν καταδεικνύουν κάποιο από τα συστατικά της σοκολάτας υπεύθυνο πρόκλησης ακμής, ενώ για την πρόκληση τερηδόνας και άλλων οδοντικών βλαβών υπεύθυνη είναι η διατροφή στο σύνολό της.
Η παχυσαρκία είναι μια ακόμα πάθηση που οι περισσότεροι «χρεώνουν» στη σοκολάτα και είναι η συγκεκριμένη άποψη που συγκρατεί και, θα λέγαμε, στερεί την απόλαυση της γλυκιάς γεύσης μιας πλάκας σοκολάτας από έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων.
Η αλήθεια είναι πως η σοκολάτα, εκτός από μια τροφή πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, είναι και προϊόν με μεγάλο ενεργειακό περιεχόμενο (μια σοκολάτα υγείας 100γρ αποδίδει 479 θερμίδες). Με απλά λόγια, μικρές ποσότητες σοκολάτας μπορούν να μας δώσουν πολλές θερμίδες. Είναι γνωστό πως όταν, μέσω της διατροφής μας, προσλαμβάνουμε περισσότερες θερμίδες από αυτές που ξοδεύουμε, οδηγούμαστε σε αύξηση βάρους. Φυσικά, αυτό συμβαίνει με οποιοδήποτε τρόφιμο, όσο υγιεινό και αν είναι και δεν είναι δυνατόν να καταλογίζουμε στο ίδιο το τρόφιμο την πιθανή αδυναμία μας να ελέγξουμε την ποσότητα που καταναλώνουμε.

Το ξέρετε πως…
• Η μαύρη σοκολάτα δεν περιέχει καθόλου χοληστερόλη.
• Μια σοκολάτα μετρίου μεγέθους περιέχει περίπου 6mg καφεΐνης, ενώ 1 φλιτζάνι καφέ περιέχει 100-150mg.
• Η μαύρη σοκολάτα είναι πιο πλούσια σε πολυφαινόλες (φυσικά αντιοξειδωτικά) από το τσάι, το κρασί, τα φρούτα και τα λαχανικά.
• Από το 16ο ως τον 20ο αιώνα η σοκολάτα χρησιμοποιούνταν για την αντιμετώπιση εντερικών προβλημάτων, αναιμίας, κόπωσης και πυρετού.

Σοκολάτα και αθλητές
Η σοκολάτα, εξαιτίας όλων των θρεπτικών συστατικών που περιέχει, αποτελεί μια καλή επιλογή σνακ για τους περισσότερους ασκούμενους και αθλητές, αρκεί να καταναλώνεται με μέτρο, ακόμα και για καθημερινή χρήση. Ιδανικά θα μπορούσε να καταναλωθεί μετά από την προπόνηση ή τον αγώνα για τη γρήγορη αποκατάσταση του γλυκογόνου των μυών, σε σύντομο χρονικό διάστημα από το τέλος της προσπάθειας, όπου είναι αυξημένη και η αντίστοιχη ενζυμική δραστηριότητα στον μυϊκό ιστό. Παράλληλα, είναι χρησιμη η καταναλώσή της από αθλητές λόγω των παρακάτω ευεργετικών επιδράσεων στο Κ.Ν.Σ. καθώς είναι:
α) Τονωτική
Η σοκολάτα και το κακάο λόγω της θεοβρωμίνης, που μαζί με το μαγνήσιο και το φώσφορο είναι συστατικά που μειώνουν την κούραση, διώχνουν την υπνηλία και φτιάχνουν αμέσως τη διάθεση. Τονώνουν τις πνευματικές δυνάμεις και δραστηριοποιούν το σώμα, για να παράγει περισσότερη ενέργεια.

β) Αγχολυτική
Η σοκολάτα περιέχει μικρές ποσότητες φαινυλαιθυλαμίνης, συστατικό που έχει τη δύναμη να καταστέλλει το στρες, να διεγείρει τον εγκέφαλο και να προκαλεί αίσθημα ευφορίας. Έτσι πετυχαίνει να αναζωογονεί το κουρασμένο μυαλό, ενώ πολλαπλασιάζει την αντοχή για δημιουργική εργασία και άσκηση, διώχνοντας το άγχος.

Παν μέτρον άριστον
Ολα τα τρόφιμα έχουν ξεχωριστές ευεργετικές ιδιότητες και καλούμαστε να επωφεληθούμε από αυτές, εισάγοντάς τα στο καθημερινό μας διαιτολόγιο. Δεν υπάρχει καλή και κακή τροφή και όλα βρίσκονται υπό το δικό μας έλεγχο για τον τρόπο που θα επιλέξουμε να τα χρησιμοποιήσουμε.
Σε μια ισορροπημένη διατροφή, η σοκολάτα έχει τη δική της θέση. Απολαύστε τη σοκολάτα με μέτρο και να θυμάστε πως η υπερβολή οδηγεί στο να γευόμαστε την… πικρή πλευρά του χαρακτήρα της.

Στέβια

Στέβια (βοτανικό όνομα Stevia rebaudiana) είναι είδος φυτού με προέλευση τη Βραζιλία και την Παραγουάη. Περιέχει μια ουσία η οποία ονομάζεται στεβιόζη ή στεβιόλη έχει πολλές φορές μεγαλύτερη γλυκαντική δύναμη από την ζάχαρη. Χρησιμοποιείται σε αρκετές χώρες ως εναλλακτική γλυκαντική ουσία από την ζάχαρη.

Η γλυκιά γεύση των φύλλων της είναι γνωστή εδώ και αιώνες στους αυτόχθονες της Ν. Αμερικής που τη χρησιμοποιούν ως φυσικό γλυκαντικό. Τα τελευταία χρόνια το φυτό στέβια και τα γλυκαντικά που προέρχονται από τα φύλλα του τράβηξαν την προσοχή εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης σε τρόφιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη και θερμίδες. Τα φύλλα του φυτού και τα γλυκαντικά που προέρχονται από αυτό έχουν πολλαπλάσια γλυκύτητα από τη ζάχαρη, δεν αποδίδουν ενέργεια (θερμίδες) και δεν περιέχουν υδατάνθρακες.

 

Η στέβια (Stevia rebaudiana) είναι μέλος της οικογένειας Asteraceae και συγγενεύει με διάφορα βότανα και άνθη, όπως το χαμομήλι, το εστραγκόν, το αντίδι, το μαρούλι, η μαργαρίτα, ο ηλίανθος και τα χρυσάνθεμα. Το γένος στέβια αποτελείται από 240 είδη φυτών που ενδημούν στη Βόρεια και Κεντρική Αμερική και το Μεξικό μέχρι την Αριζόνα, το Νέο Μεξικό και το Τέξας.[1][2][3] Οι γλυκιές ιδιότητες των φύλλων της ήταν γνωστές για αιώνες στους αυτόχθονες της Ν. Αμερικής, όπως στη φυλή Γκουαράνι της Παραγουάης, που φαίνεται να χρησιμοποίησε πρώτη τα φύλλα του φυτού για να γλυκάνει ροφήματα βοτάνων. Από το 1800 η κατανάλωση της στέβιας εδραιώθηκε σε όλη τη Νότια Αμερική, όπως τη Βραζιλία και την Αργεντινή. Τα φύλλα του φυτού στέβια είναι 30 με 45 φορές πιο γλυκά από τη ζάχαρη[4] και τρώγονται ωμά ή χρησιμοποιούνται ολόκληρα σε ροφήματα βοτάνων και τρόφιμα.